Αναζήτηση

Απόσπασμα από το βιβλίο: Ο Γκούσταβ Ράινχαρντ στην επέτειο της Μάχης της Κρήτης


«Ο κύκνος! Αυτός είναι! Είναι ο κύκνος! Πιάστε τον!»

Έφυγε τρέχοντας και κρύφτηκε στο κάσωμα μιας πόρτας πίσω από μία μπουκαμβίλια και κάτι κίτρινους κατιφέδες. Πού τον ήξεραν; Πού; Πώς; Ο άντρας που τον έδειξε δεν του θύμιζε τίποτε.

Η μέρα ήταν όμορφη, βγήκε νωρίς για να περπατήσει. Από το χάραμα τον είχαν ξυπνήσει τυμπανοκρουσίες και εμβατήρια. Κάποια γιορτή θα είχαν. Κάποιο κρητικό γλέντι; Μήπως γιόρταζαν την απελευθέρωση του νησιού από τους Οθωμανούς; Ή μήπως γιόρταζαν την Πρωτομαγιά; Κοίταξε το ημερολόγιο πάνω από το κρεβάτι του και ξεκόλλησε το χτεσινό χαρτάκι. Το σημερινό έγραφε: ‘Είκοσι Μαΐου’.

Έξω, στην πλατεία Ελευθερίας, είχε στηθεί ένα ξύλινο βάθρο με ηχεία και μικρόφωνα. Κόσμος μαζευόταν. Οι περισσότεροι άντρες ήταν ντυμένοι με τις παραδοσιακές κρητικές φορεσιές: μαύρα πουκάμισα και βράκες, μαύρες μπότες και μαύρα σαρίκια στο κεφάλι. Σε μια κολόνα στημένα πρόχειρα πέντε-έξι δάφνινα στεφάνια. Από τα μεγάφωνα ακουγόταν μια βροντερή φωνή να τραγουδά: «Πότε θα κάνει ξαστεριά, πότε θα..». Δεν μπόρεσε να ακούσει τη συνέχεια. Ο ήχος δεν ήταν καλός.

Ξαστεριά; Τι σημαίνει αυτό; Δεν την ξέρει αυτή τη λέξη. Μπορεί να την έχει ξεχάσει. Ή να είναι ιδίωμα της Κρήτης. Δεν είναι δα και Έλληνας! Δεν πρόλαβε να γίνει. Τρία χρόνια όλα κι όλα. Δεν ήταν αρκετά. Εδώ γεννιέσαι, ζεις σε έναν τόπο όλη σου τη ζωή και πάλι τη γλώσσα δεν την κατακτάς ποτέ.

Σε έναν τοίχο βλέπει μια αφίσα. Είναι μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, πολυκαιρινή φαίνεται. Ένας συννεφιασμένος ουρανός. Μέσα του δυο-τρεις φιγούρες παλαιών μαχητικών αεροσκαφών και γύρω τους, μετέωρες, πολλές μικροσκοπικές ομπρέλες. Σαν θάλασσα από μέδουσες. Ένας εκκωφαντικός ήχος από όλμους κατέκλυσε τη μνήμη του. Μερκούρ! Μερκούρ! Αχ ναι! Αυτό ήταν! Η Επιχείρηση ‘Ερμής’! Η μέρα της απόβασής τους στην Κρήτη!