Αναζήτηση

Η μαγεία της αποκρυπτογράφησης – Έτσι άρχισαν όλα

Όταν σπούδαζα ελληνική φιλολογία στο πανεπιστήμιο, ένα από τα μαθήματά μου είχε σχέση με την Γραμμική Γραφή Βήτα, τη γραφή της μυκηναϊκής περιόδου της αρχαίας Ελλάδας.

Θυμάμαι τον εαυτό μου να μπαίνει σε ένα μεγάλο αμφιθέατρο γεμάτο κόσμο. Άγνωστα πρόσωπα στα έδρανα, άγνωστες φωνές, χάχανα. Και ο  καθηγητής με τα γκρίζα βοστρυχωτά μαλλιά να σκαλίζει στον πίνακα άγνωστα σύμβολα. Γραμμές κάθετες, οριζόντιες, σύμβολα που θύμιζαν κάτι. Αντικείμενα μιας ξεθωριασμένης από τον χρόνο εποχής.



Ώσπου σιγά-σιγά

Άρχισα να μαθαίνω αυτή την άγνωστη γραφή.

Το πέπλο από το βαρύ υφαντό άρχισε να γίνεται αραχνοΰφαντο. Και είδα μέσα από την πλέξη του.


Είδα… Είδα…

Το να μαθαίνω τα σύμβολα μιας άγνωστης και χαμένης στο χρόνο γραφής ήταν απίστευτα γοητευτικό για μένα.

Και το να ‘αποκρυπτογραφώ’ ένα κείμενο της γραφής αυτής μια προσωπική οδύσσεια. Μικρούλα, τοσοδούλικη.

Όταν αρχίζεις να διαβάζεις μια άγνωστη γραφή, είναι σαν ένας άλλος κόσμος να αποκαλύπτεται μπροστά σου. Η αυλαία ανασηκώνεται σιγά-σιγά. Το πέπλο γίνεται διάφανο. Αρχίζεις να διακρίνεις τις φιγούρες. Πρώτα το περίγραμμα. Κατόπιν κάποια αδρά χαρακτηριστικά που σου κάνουν εντύπωση. Και σιγά-σιγά εστιάζεις στις λεπτομέρειες.


Όταν αρχίζεις να διαβάζεις μια αρχαία γραφή, νιώθεις πως το παρελθόν ξεκλειδώνει τα μυστικά του.

Το σεντούκι ανοίγει και από μέσα ξεχύνονται πράγματα περασμένων εποχών. Μπορεί να μην είσαι ο πρώτος που το ξεκλειδώνει.

Αλλά για σένα είναι το ίδιο. Είναι σαν να είσαι ο πρώτος. Είναι η πρώτη σου φορά. Και είναι μαγική. Όπως όλες οι πρώτες φορές.

Και έτσι συνέχισαν…

Πριν από καμιά δεκαετία το καλοκαίρι του 2007 βρέθηκα στην Άγκυρα με υποτροφία για να μάθω την τουρκική γλώσσα.

Τα σαββατοκύριακα με κάποιους συμμαθητές κάναμε εκδρομές για να γνωρίσουμε την τουρκική ενδοχώρα.

Μια μέρα βρεθήκαμε στο Gavurkale, έναν έρημο τόπο λίγο έξω από την Άγκυρα. Πεδιάδα παντού. Στο βάθος ένας βράχος. Περπατάμε λίγη ώρα. Πλησιάζουμε. Ο βράχος αρχίζει να αποκτά σχήμα, μορφή. Πάνω του κάτι σαν να φαίνεται.


Πλησιάζουμε κι άλλο.


Δυο γιγάντιες ανθρώπινες μορφές. Σκαλισμένες στο βράχο.


Πλησιάζουμε κι άλλο.


Οι μορφές μοιάζουν να περπατούν.


Πλησιάζουμε κι άλλο.

 Στο κεφάλι τους δεσπόζουν δύο πυραμίδες.


Κι άλλο.

 Tο δεξί τους χέρι υψώνεται.


Κι άλλο.

Γύρω δεν υπάρχει ψυχή. Ούτε σήμανση για αρχαιολογικό χώρο. Μόνο κάποια μελαψά αγόρια – Κουρδάκια προφανώς – που βόσκουν στην πεδιάδα τα πρόβατά τους εμφανίζονται πάνω σε ένα γαϊδουράκι.

Αγγίζω τις μορφές του βράχου. Τις κωνικές περικεφαλαίες στο κεφάλι, τις γενειάδες τους, τα υψωμένα χέρια. Η αφή είναι τραχιά, το εσωτερικό της παλάμης μου καίει.


Αγγίζω τα απολιθώματα ενός χαμένου πολιτισμού. Των Χετταίων.

Αγγίζω το μέτωπό μου. Καίει. Νιώθω σαν να ανακάλυψα εγώ πρώτη τις μορφές αυτές. Κι ας έχουν ανακαλυφθεί πάνω από έναν αιώνα.

Για μένα είναι η πρώτη φορά…



Υ.Σ. Το άρθρο αφιερώνεται στον Καθηγητή Ιωάννη Προμπονά, ο οποίος με δίδαξε τα μυστικά της Γραμμικής Γραφής Βήτα.

Και στον Τούρκο φίλο Burak Pektas, χωρίς τον οποίο δεν θα είχα πάει ποτέ στο Gavurkale.